κεφαλιτοπαραμήκης

κεφαλιτοπαραμήκης
κεφᾰλ-ῑτοπαραμήκης λίθος
A oblong corner-stone, POxy.498.22 (ii A.D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • κεφαλιτοπαραμήκης — κεφαλιτοπαραμήκης, ὁ (Α) φρ. «κεφαλιτοπαραμήκης λίθος» επιμήκης οικοδομικός λίθος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κεφαλίτης + παραμήκης «επιμήκης»] …   Dictionary of Greek

  • μήκος — Η απόσταση από το ένα άκρο ενός αντικειμένου έως το άλλο. Ακόμη ως μ. ορίζεται η μεγαλύτερη από τις δύο οριζόντιες διαστάσεις οποιουδήποτε σχήματος ή σώματος. * * * το (ΑΜ μῆκος, Α δωρ. τ. μᾱκος) 1. η έκταση ενός αντικειμένου από το ένα άκρο του… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”